Τρίτη 19 Απριλίου 2011

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ



Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Παιδιών – Εφήβων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

Ο θάνατος αποτελεί ένα τραγικό συμβάν, κυρίως για εκείνους που χάνουν κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο. Όπως αναφέρει η Ντολτό,  «ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός που θα χρειαστεί να ζήσουμε, δε θα τον ζήσουμε ποτέ, όπως ποτέ δε ζήσαμε τη γέννησή μας. Οι άλλοι μας είδαν να γεννιόμαστε και πάλι οι άλλοι είναι που θα πουν ‘πέθανε’, εμείς ούτε καν θα το καταλάβουμε. Ίσως να έχουμε προλάβει να υποφέρουμε από την κατάπτωση που φέρνουν τα γεράματα κι από τα όσα πλάθει η φαντασία μας για το τι μπορεί να συμβεί όταν δεν θα έχουμε πλέον καμία από τις ευθύνες που έχουν οι ζωντανοί. Ο θάνατος όμως είναι υπόθεση των άλλων, δεν είναι δική μας υπόθεση. Γι’ αυτό και μιλάμε για το θάνατο χωρίς να πιστεύουμε ότι θα έρθει κάποτε, κι ας ξέρουμε όλοι μας ότι δίνει νόημα στη ζωή μας κι ότι, αν δεν υπήρχε στο τέλος ο θάνατος, δε θα ξέραμε καν ότι είμαστε ζωντανοί!» (Ντολτό, 2000).

Τα παιδιά αρχίζουν να αναφέρονται στο θάνατο από πολύ νωρίς. Ο θάνατος υπάρχει μέσα στα παραμύθια τους, στα παιχνίδια τους και στην καθημερινή ζωή τους γενικότερα. Πολλά παιδιά παραμένουν άγρυπνα τη νύχτα ανησυχώντας για το θάνατο, την υγεία των ίδιων ή των δικών τους (Herbert, 2000). Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου είναι ένα οδυνηρό γεγονός για κάθε παιδί, και οι γονείς συχνά αναρωτιούνται πώς πρέπει να μιλήσουν στο παιδί τους γι’αυτό. Μερικοί το αποφεύγουν, φοβούμενοι μήπως αναστατώσουν το παιδί. Άλλοι πάλι καταλήγουν να μιλάνε με ασάφεια, όπως ‘Η γιαγιά θα φύγει για ένα μακρινό ταξίδι’’. Κάτι τέτοιο δημιουργεί σύγχυση στο παιδί, αφού περιμένει με λαχτάρα τη στιγμή που η γιαγιά θα επιστρέψει! Αν δε πούμε στο παιδί αυτό που έχει πραγματικά συμβεί ή πρόκειται να συμβεί, τότε το μπερδεύουμε περισσότερο και δεν αποκλείεται να του προσθέσουμε επιπλέον ανησυχίες. Με αυτή μας τη στάση, σίγουρα δεν το βοηθάμε να περάσει ομαλά τη διαδικασία του πένθους.

Ας δούμε κάποιες σκέψεις που περνάνε από το μυαλό του…

·         «Κάτι έχει αλλάξει εδώ! Που είναι η γιαγιά; Γιατί δεν είναι εδώ; Γιατί όλοι κλαίνε και φοράνε άλλα ρούχα; Όλοι φοράνε τα ίδια ρούχα! Όλοι εκτός από μένα……..»

·         «Μήπως έκανα κάτι εγώ και με τιμωρούνε; Αυτό είναι! Γι’ αυτό δε μου μιλάνε, θυμώσανε μαζί μου!»

·         «Μήπως τη γιαγιά την έφαγε ο κακός ο λύκος; Μήπως θα φάει κι εμένα;»

·         «Η μαμά μου όλο κλαίει και δεν πηγαίνει ούτε στη δουλειά! Λες να είναι άρρωστη; Κι αν εξαφανιστεί κι αυτή όπως εξαφανίστηκε η γιαγιά;»

·         «Δεν πρέπει να με δούνε έτσι μπερδεμένη και στεναχωρημένη. Θα στενοχωρηθεί περισσότερο η μαμά. Θα δείχνω χαρούμενη!»

·         «Μου είπανε ότι ο παππούς πήγε σε ένα όμορφο και ήσυχο μέρος όπου δεν θα πονάει πια. Τότε γιατί κλαίνε όλοι; Δεν θέλανε να σταματήσει να πονάει ο παππούς;»



Τι μπορεί να κάνει ο γονιός;

 Είναι απαραίτητο να ενημερώσουμε τα παιδιά, κι αυτό πρέπει να γίνει με βάση την ηλικία του και την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται την έννοια του θανάτου.

ü  Παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται την απουσία του αγαπημένου τους προσώπου, αλλά δεν κατανοούν ότι ο θάνατος είναι οριστικός. Νομίζουν ότι εκείνος που πέθανε, εξακολουθεί να ζει, να σκέφτεται, να αισθάνεται και κάποια στιγμή θα επιστρέψει.
ü  Παιδιά σχολικής ηλικίας καταλαβαίνουν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, αλλά πιστεύουν ότι συμβαίνει μόνο σε άλλους.
ü  Οι έφηβοι έχουν αντιληφθεί την έννοια του θανάτου και μπορούν να δώσουν μεταφυσικές και συμβολικές διαστάσεις  στο θάνατο.

Σύμφωνα με την Παπαγεωργίου (2005), παιδιά ηλικίας 2 ετών είναι ικανά να πενθήσουν, εφόσον αισθάνονται ασφάλεια και  εμπιστοσύνη στο άτομο που τα φροντίζει. Τα περισσότερα παιδιά 5 ετών, κατανοούν ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμος και παγκόσμιος, έχει κάποια αιτία και έχει σαν αποτέλεσμα το μόνιμο αποχωρισμό. Σε ηλικία 6 ετών κατανοούν ότι οι λειτουργίες του σώματος σταματούν και το άτομο που πεθαίνει διαφέρει από του ζώντες. Στην ηλικία των 8 ετών, τα περισσότερα παιδιά έχουν κατανοήσει πλήρως την έννοια του θανάτου. Οι έφηβοι αντιλαμβάνονται το θάνατο ως ένα αναπόφευκτο γεγονός του κύκλου της ζωής.

Άρα…

·         Ενημερώστε αμέσως το παιδί. Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερείτε. Η έλλειψη πληροφοριών τους κάνει να αισθάνονται αποκομμένα από την οικογένεια και τους οδηγεί στο να φτιάχνουν διάφορα σενάρια με το μυαλό τους προκειμένου να βρουν μια άκρη.

·         Χρησιμοποιείστε απλά και κατανοητά λόγια για να περιγράψετε αυτό που έχει συμβεί. Στα μικρά παιδιά, αποφύγετε ιατρικές λεπτομέρειες, όπως «Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει». Κάτι τέτοιο ίσως να δημιουργήσει άγχος στο παιδί. Πείτε: «Ο μπαμπάς δεν θα είναι πια μαζί μας», «Δεν θα ξαναρθεί ποτέ». Σε λίγο μεγαλύτερα παιδιά μπορείτε νε πείτε ότι όταν πεθαίνει κάποιος σταματάει να λειτουργεί η καρδιά του, δεν αναπνέει, δεν αισθάνεται κάτι, κι όταν συμβεί αυτό τον βάζουμε σε ένα κουτί που λέγεται φέρετρο και τον θάβουμε μέσα στη γη, σε ένα ειδικό μέρος που το λέμε νεκροταφείο.

·         Βοηθείστε το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του και ταυτόχρονα αναγνωρίστε την υπέρμετρη επιθυμία του να ξαναδεί το αγαπημένο του πρόσωπο. Προσπαθήστε να το βοηθήσετε να καταλάβει ότι αυτός που πέθανε δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ, όσο κι αν τον ψάχνει! Για να το καταφέρετε αυτό αποφύγετε λέξεις, όπως «έφυγε», «χάθηκε», και χρησιμοποιήστε λέξεις που δηλώνουν αυτό που έγινε, όπως «πέθανε». Για παράδειγμα, «Αγαπούλα μου καταλαβαίνω πόσο πολύ σου λείπει ο μπαμπάς, καταλαβαίνω πόσο πολύ θέλεις να τον ξαναδείς και να τρέξεις στην αγκαλιά του! Δυστυχώς, ο μπαμπάς πέθανε και δεν θα το ξαναδούμε ποτέ, όσο κι αν το θέλουμε. Ο θάνατος είναι οριστικός!»

·         Εξηγείστε του ότι δεν φέρει καμία ευθύνη γι’αυτό που έγινε, καθώς συχνά τα παιδιά αισθάνονται ενοχές και φοβούνται ότι οι αταξίες τους μπορεί να προκάλεσαν το θάνατο. Πείτε του ότι δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να κάνει το παιδί για να μην πεθάνει το αγαπημένο του πρόσωπο.

·         Δώστε χώρο και χρόνο στο παιδί για να εκφράσει αυτά που νιώθει και να ρωτάει ό,τι το απασχολεί. Πείτε του ότι όλα όσα αισθάνεται είναι φυσιολογικά και μην του λέτε να μη στεναχωριέται και να μην κλαίει. Αφήστε το να εκφραστεί όπως θέλει. Μπορείτε να μοιραστείτε και τα δικά σας συναισθήματα μαζί του, αποφεύγοντας την υπερβολή. Έτσι θα νιώσει ότι δεν είναι μόνο του κι ότι αυτά τα συναισθήματα δεν θα το καταστρέψουν. Μπορεί να τα αντέξει!

·         Ενημερώστε το παιδί για τις αλλαγές που θα συμβούν από εδώ και πέρα.

·         Επιτρέψτε στο παιδί να συμμετάσχει στην κηδεία, εφόσον το επιθυμεί κι αφού έχει προετοιμαστεί κατάλληλα.  Φροντίστε να βρίσκεται κάποιος ενήλικας κοντά του.

·         Τέλος, βοηθείστε το παιδί να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση του αγαπημένου του προσώπου. Μοιραστείτε τις αναμνήσεις σας μαζί του.



Βιβλιογραφία 
- Ντολτό Φ. (2000), «Μιλώντας για το θάνατο. Σειρά: Ψυχολογία του παιδιού». Εκδόσεις Πατάκη: Αθήνα.
- Παπαγεωργίου Β.Α. (2005),  «Ψυχιατρική παιδιών και εφήβων». Εκδόσεις University Studio Press: Θεσσαλονίκη.
- Τσιάντης, Ι. (2007), «Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για…», Το βιβλίο της Γραμμής – Σύνδεσμος για τους γονείς. Εκδόσεις ΕΨΥΠΕ / ΚΟΑΝ.
- Herbert, M. (2000), «Διατροφή και ύπνος των παιδιών. Σειρά: Αντιμετώπιση προβλημάτων παιδιού κι εφήβου». Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα.



Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ


Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Παιδιών – Εφήβων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης


ΥΠΑΚΟΗ - ΑΝΥΠΑΚΟΗ
Τα πρώτα σημάδια υπακοής εμφανίζονται στον 8ο με 9ο μήνα. Εκεί το παιδί συμμορφώνεται προς τις μικρές διαταγές που του δίνουν οι γονείς. Για παράδειγμα, όταν ο γονέας πει ‘Μη βάζεις το χέρι σου εκεί!’ ή ‘Δώσε μου το χέρι σου’, το παιδί παρουσιάζει υποταγή και υπακοή.    

Γύρω στον 18ο μήνα αρχίζει η αντίδραση, όπου το παιδί με διάφορες πεισματικές συμπεριφορές πάει κόντρα σε ό,τι πει ο γονέας (βρεφονηπιακός αρνητισμός). Το νήπιο συνεχίζει να κάνει το αντίθετο από αυτό που του υποδεικνύουν οι γονείς του μέχρι την ηλικία των 6 ετών, όπου υποχωρεί η έντονη ανυπακοή του για να εμφανιστεί ξανά στην εφηβεία.


ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΘΥΜΟΥ
Η ανυπακοή συχνά εκδηλώνεται με κρίσεις θυμού. Η ηλικία των 2 ετών σηματοδοτείται από το τέλος της βρεφικής ηλικίας και της έναρξη της παιδικής ηλικίας.


Το παιδί 1-2 ετών τραβιέται προς δυο διαφορετικές κατευθύνσεις:


τη φυσική ανάγκη του για ανεξαρτησία,                    την ανάγκη του να παραμείνει σε ασφαλή
αυτονομία και απόκτηση ελέγχου                               βρεφική σχέση με τη μητέρα του
(σημαντικό κομμάτι διαμόρφωσης 
της μετέπειτα αυτοπεποίθησής του)


ß
Μόλις δει το παιδί πόσο ευάλωτο είναι,
ß
Βιώνει μια εσωτερική σύγκρουση,
ß
Έκρηξη συναισθημάτων,
ß
Κρίσεις θυμού και νεύρα.

Ο γονιός και το παιδί παγιδεύονται σε μια μάχη για το ποιος θα επικρατήσει. Ο Γονιός κυριαρχείται από συναισθήματα θυμού, απελπισίας και χάνει το ηθικό του. Το παιδί γίνεται πιο αποφασιστικό στο να απορρίψει τις εντολές τους. 

Οι κρίσεις θυμού αποτελούν ως ένα σημείο μέρος της ανάπτυξης του παιδιού. Γι αυτό και η αντιδραστικότητα και η ανυπακοή του παιδιού είναι κάτι που αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσει κάθε γονιός.


ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΝΙΣΧΥΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ 

  • Η έντονη πίεση και η κόντρα που δείχνει ο γονέας πολλές φορές ενισχύουν την ανυπάκουη συμπεριφορά των παιδιών.
  • Κάποιες φορές το παιδί αντιδράει μόνο για να τραβήξει την προσοχή μας. Μήπως του ‘λείπει’ ο γονιός του;
  • Μήπως έχετε μεγάλες απαιτήσεις από το παιδί σας; Κάτι τέτοιο οδηγεί στη διαμόρφωση ισχυρών ‘πρέπει’ στο παιδί, κι αυτό οδηγεί σε έντονο άγχος, φόβο αποτυχίας, εύκολη απογοήτευση και αμφιβολία για ικανότητές του.
  • Οι γονείς συχνά ‘υποκύπτουν’ στα πείσματα των παιδιών για να σταματήσουν τις διαμαρτυρίες του. Κάτι τέτοιο τροφοδοτεί την ανυπακοή. Π.χ. η μαμά λέει στο παιδί «θα δεις τηλεόραση αφού διαβάσεις» και το παιδί αρχίζει να γκρινιάζει ασταμάτητα για ώρες. Ο γονιός υποκύπτει, αναιρώντας τον κανόνα που έθεσε κι έτσι το παιδί καταλήγει στην τηλεόραση. Νικητής βγαίνει το παιδί, το οποίο ξέρει ότι την επόμενη φορά έχει πολλές πιθανότητες να ‘τουμπάρει’ τη μαμά και σίγουρα θα το ξαναπροσπαθήσει!
  • Τέλος, πολλά παιδιά την ώρα που επαναστατούν και αντιδρούν εκφράζουν έμμεσα κάποια παράπονά τους. Αν υπήρχε δυνατότητα να εκφράσει λεκτικά το παιδί τι νιώθει εκείνη την ώρα, θα μας έλεγε: ‘Δε με καταλαβαίνουν!’, ‘Δε με ακούν!’, ‘Δε μου επιτρέπουν να εκφραστώ όπως θέλω!’,  ‘Δε μου έχουν εμπιστοσύνη!’, ‘Θέλουν να έχουν αυτοί πάντα δίκιο!’


Ο ΓΟΝΙΟΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ
Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, οι γονείς αποτελούν πρότυπο προς μίμηση. Στα μάτια τους οι γονείς τους φαίνονται τέλειοι και βάζουν τα δυνατά τους για να τους μοιάσουν. Παρατηρούν τη συμπεριφορά τους και πολύ εύκολα την αντιγράφουν. Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει οι γονείς να είναι προσεχτικοί στα παραδείγματα που δίνουν. Για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούμε το ξύλο σαν μέσο διαπαιδαγώγησης θα πρέπει να περιμένουμε ότι το ίδιο θα κάνει και το παιδί, καθώς μαθαίνει ότι είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης διάφορων καταστάσεων. Επίσης, ένα γονιός καπνιστής μπορεί να συμβουλεύει το παιδί του να μην καπνίσει ποτέ, καθώς πρόκειται για μια κακή συνήθεια, το παιδί όμως τον παρατηρεί καθημερινά να ανάβει και να σβήνει τσιγάρα. Από έρευνες προκύπτει ότι τα παιδιά καπνιστών έχουν περισσότερες πιθανότητες να καπνίσουν.

Μπορούμε, λοιπόν, να γίνουμε υπόδειγμα για τα παιδιά μας. Αυτός είναι και ο πιο εύκολος τρόπος για να τους διδάξουμε όλες τις αξίες της ζωής, π.χ. το σεβασμό, την αγάπη, την εμπιστοσύνη, το να μη λένε ψέματα, να μη βρίζουνε, κτλ. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν πρέπει να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουν τα παιδιά μας. 


ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Βασικός στόχος είναι να αποκτήσει το παιδί ‘φωνή συνείδησης’,  τη φωνή του γονέα. Κάτι που σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνεται όταν ο γονέας λειτουργεί ως πρότυπο. Ας δούμε όμως ορισμένες πρακτικές εφαρμογές: 

  1. Αλλάξτε τη συμπεριφορά σας. Όταν το παιδί παρουσιάζει την επιθυμητή υπάκουη συμπεριφορά δώστε του επαίνους και δείξτε προσοχή.
  2. Χρησιμοποιείστε κάποιες τεχνικές που ενισχύουν την πειθαρχία. Αγνοείστε την ανυπακοή, μην υποκύπτετε σε αυτήν για να ‘ηρεμήσει’ το παιδί και διατηρείστε επιβλητικό και αυστηρό (όχι αυταρχικό) τόνο στις διαταγές σας. Το παιδί πρέπει να μάθει το ‘όχι’ και πως η υπομονή του γονέα δεν είναι ανεξάντλητη. 
  3. Μη χρησιμοποιείτε συχνά τεχνικές τιμωρίας που προκαλούν έντονη δυσφορία και πόνο στο παιδί. Όπως προκύπτει από έρευνες, τέτοιου είδους τιμωρίες προκαλούν επιθετικά συναισθήματα και έντονο άγχος στο παιδί.     
  4. Έχετε πάντα στο μυαλό σας πως το παιδί έχει ανάγκη από τη στοργή και την επιδοκιμασία των γονιών του. 
  5. Προσπαθήστε να καταλαβαίνετε τα συναισθήματά του, γιατί σπάνια θα τα εκφράσει λεκτικά. Δείξτε το! 
  6. Προσπαθείτε να μην ξεσπάτε πάνω του. 
  7. Φροντίστε να μην ενεργείτε παρασυρόμενοι από το δικό σας άγχος. 
  8. Μην πιέζετε και μη μειώνετε το παιδί σας. 
  9. Για να σας υπακούει το παιδί, θα πρέπει να υπακούετε κι εσείς τις δικές του ανάγκες. Τις ψυχικές + συναισθηματικές ανάγκες του. Τι θέλει πραγματικά το παιδί; Σίγουρα όχι μόνο τροφή και στέγη. Θέλει στοργή, αγάπη, κατανόηση, αποδοχή και προσοχή. 
  10. Μην παραλείπετε να εξηγείτε στο παιδί τους λόγους για τους οποίους είναι καλό να υπακούει. Έτσι αποφεύγετε την σύγχυση και την τυφλή-εξαρτημένη συμμόρφωση του παιδιού. Αν κατανοήσει το παιδί για ποιο λόγο είναι καλό να πλένει τα δόντια του, σίγουρα θα το κάνει πράξη με δική του βούληση κι όχι επειδή το είπε η μαμά. Έτσι ενισχύεται η αυτονομία του παιδιού κι αρχίζει να αποκτά την ευθύνη των πράξεών του.    
  11. Τα όρια και οι κανόνες βοηθάνε πάντα το παιδί και το απαλλάσσουν από περιττές ευθύνες και άγχη που δεν είναι ακόμη έτοιμο να αναλάβει. 
  12. Κάποιες συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες και οι γονείς θα πρέπει να αντέξουν το γεγονός ότι το παιδί θύμωσε επειδή του αρνήθηκαν κάποια επιθυμία του. 
  13. Τέλος, μην ξεχνάτε ότι μπορείτε μόνο εσείς να δώσετε το καλό παράδειγμα στα παιδιά σας. Κάντε όλα όσα του ζητάτε να κάνει κι εκείνο μέσω της μίμησης, θα τα μάθει.


Βιβλιογραφία
- Στάινερ Ν. (2002), «Κατανοώντας το παιδί σας. 1-2 ετών». Ψυχαναλυτική βιβλιοθήκη για το παιδί και τον έφηβο. Εκδόσεις Καστανιώτη: Αθήνα.

- Herbert, M. (1996), «Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας – β’».  Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα.


Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 10 Μαρτίου 2011.

ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΓΧΟΣ;


Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Παιδιών – Εφήβων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

Οι ενήλικες πιστεύουν ότι τα παιδιά δεν έχουν προβλήματα, συνεπώς δεν έχουν και άγχος. Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά βιώνουν το άγχος και την ένταση στις διάφορες φάσεις της ανάπτυξής τους. Από την αρχή της ζωής τους παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια άγχους, τότε που επιζητούν επίμονα να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες τους, όπως το φαγητό, ο ύπνος, η φροντίδα. Καθώς μεγαλώνουν, βιώνουν το άγχος αποχωρισμού από τους γονείς όταν θα πάνε στον παιδικό σταθμό, το άγχος για τον ερχομό ενός μωρού,  το φόβο για τους ξένους, το σκοτάδι, το σχολικό άγχος, το άγχος των εξετάσεων, και ούτω καθεξής. Με λίγα λόγια, καθώς μεγαλώνει το παιδί μεγαλώνει και το άγχος του, το οποίο έρχεται να συνοδεύσει όλες εκείνες τις καινούριες καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά στη ζωή του!

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που τα παιδιά έχουν άγχος. Το γεγονός ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν καινούριες και άγνωστες καταστάσεις, ενώ αισθάνονται ανασφάλεια για το αν θα καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα. Συνεπώς, παιδιά με χαμηλή αυτοπεποίθηση βιώνουν περισσότερο άγχος, σε σύγκριση με παιδιά τα οποία είναι πιο σίγουρα για τον εαυτό τους. Επίσης, η ανασφάλεια για το μέλλον τους είναι έντονη κι έτσι γίνονται πιο επιρρεπείς στο άγχος. Οι απαιτήσεις του σχολείου έχουν αυξηθεί, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βιώνουν τον ανταγωνισμό και την πίεση από πολύ μικρή ηλικία. Το άγχος των παιδιών φτάνει στο αποκορύφωμά του στην Γ’ Λυκείου, τότε που τα παιδιά προετοιμάζονται για τις εισαγωγικές εξετάσεις.


ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΑΓΧΟΣ
Το φυσιολογικό άγχος προετοιμάζει το σώμα του παιδιού για δράση, κι έτσι το προφυλάσσει από διάφορους κινδύνους. Για παράδειγμα, όταν έχει να αντιμετωπίσει μια  επείγουσα κατάσταση ανεβαίνουν οι παλμοί της καρδιάς του, εκκρίνεται αδρεναλίνη στο αίμα και βρίσκεται σε πλήρη σωματική ετοιμότητα για να τα βγάλει πέρα.

Όταν το άγχος ξεπεράσει τα φυσιολογικά όρια, δηλαδή όταν δεν μπορεί να το ελέγξει, αρχίζει να επιδρά αρνητικά στη λειτουργικότητά του και σιγά σιγά μετατρέπεται σε καταστροφικό άγχος. Πρόκειται για ένα δυσάρεστο συναίσθημα που συχνά το παιδί δυσκολεύεται να ελέγξει. Το άγχος αυτό παρερμηνεύει τις πραγματικές απειλές και προκαλεί πανικό, ένταση και φόβο, διαταράσσει την ψυχική του ηρεμία και την ομαλή ροή της καθημερινότητας. Το αποτέλεσμα είναι πολλά παιδιά και έφηβοι να υποφέρουν από υπερβολικό άγχος. 


ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ
Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια αυτό που νιώθουν, άρα οι γονείς μπορούν να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού για να καταλάβουν αν υποφέρει από άγχος. Παρακάτω αναφέρονται μερικά  συμπτώματα που συνήθως παρατηρούμε σε παιδιά με άγχος.

*      Ανησυχία, αγωνία,  δυσφορία
*      Εκνευρισμός χωρίς προφανή αιτία
*      Το αίσθημα συνεχούς φόβου ότι θα αποτύχει και έντονη απογοήτευση
*      Προβλήματα στον ύπνο
*      Επιθετικότητα όταν δεν γίνεται το δικό του
*      Ταχυκαρδία, βάρος ή πόνος στο στήθος, δύσπνοια, ζαλάδα, τάση για λιποθυμία
*      Ναυτία, εμετοί, εφίδρωση
*      Δυσπεψία, στομαχικές ενοχλήσεις, δυσκοιλιότητα, διάρροια, συχνοουρία
*      Πονοκέφαλος
*      Δερματικές ενοχλήσεις


ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ

1)  Για να βοηθήσουν τα παιδιά, οι γονείς μπορούν να αρχίσουν ακούγοντάς τα δίχως να προσπαθούν να δώσουν μαγικές λύσεις. Να τα ενθαρρύνουν μέσα από ήρεμες συζητήσεις και να τα συμβουλεύουν. Αν σας πλησιάσει από μόνο του το παιδί, συζητήστε μαζί του, ενθαρρύνετέ το να εκφράσει το άγχος και τους φόβους του. Ακούστε το, χωρίς να προσπαθείτε να διώξετε το άγχος του!  

2)  Βοηθήστε τα να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους. Η αυτοπεποίθηση είναι κάτι που υπάρχει μέσα τους, απλά συχνά χρειάζεται να τη φέρνουν στην επιφάνεια. 
Άσκηση αυτοπεποίθησης
Δώστε του ένα χαρτί με την παρακάτω πρόταση να συμπληρώσει με τουλάχιστον 10 χαρακτηριστικά του εαυτού του:

Αγαπώ τον εαυτό μου γιατί έχω / είμαι……………………………………

Έπειτα συζητήστε μαζί του, π.χ. «Βλέπω πως έχεις καταφέρει αρκετά.» ή «Από αυτά που γράφεις βλέπω πως έχεις αρκετή αυτοπεποίθηση, κι αυτό ξέρεις θα σε βοηθήσει πολύ να πετύχεις.»


3)  Προτείνετέ τους κάποιες τεχνικές χαλάρωσης. Όσο πιο συχνά τις εφαρμόζουν τόσο πιο εύκολα θα καταφέρνουν να χαλαρώσουν.
Τεχνική αναπνοής: Εισπνέουν αργά και βαθιά από τη μύτη με κλειστό στόμα και εκπνέουν στο διπλάσιο χρόνο από το στόμα. 2-3 φορές κάθε φορά που κάνουν αυτήν την άσκηση.
Τεχνική απεικόνισης: Φέρνουν στο μυαλό τους μια εικόνα ήρεμη (ίσως από τις διακοπές) που τους χαλαρώνει, π.χ. η ήσυχη θάλασσα, μια ηλιόλουστη απέραντη αμμουδιά ή οποιαδήποτε άλλη εικόνα που τους χαλαρώνει.
Εστίαση της προσοχής: Μετρούν με κλειστά μάτια από το 100 και κάτω (ανάποδα), εστιάζοντας την προσοχή τους στους αριθμούς και στο σχήμα τους.

4)   Όταν το άγχος του σχετίζεται με τις σχολικές επιδόσεις του, φροντίστε να καταλάβει ότι η επιτυχία στη ζωή δε μετριέται με το πόσο καλούς βαθμούς παίρνει στο σχολείο ή με το κατά πόσο πετυχαίνει στις εξετάσεις και σίγουρα δεν αποδεικνύει το αν αξίζει ή δεν αξίζει σαν άνθρωπος. Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο δεν εξασφαλίζει επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία στο μέλλον, είναι απλά ένα μέσο να βελτιώσει κανείς τη ζωή του. Δεν είναι η ίδια η ζωή!   

5) Όσον αφορά στα παιδιά που δίνουν εξετάσεις, βοηθήστε τους να πετύχουν το αποτελεσματικό διάβασμα.
  • Καθώς διαβάζουν, να υπογραμμίζουν τα βασικά σημεία, λέξεις-κλειδιά ώστε στην επανάληψη να πέφτει το μάτι τους σε αυτά, για να κερδίζουν χρόνο.
  • Να κρατούν σημειώσεις από τις πιο σημαντικές πληροφορίες σε καρτέλες, για κάθε ενότητα που διαβάζουν.
  • Να προσπαθούν να βρουν κι άλλους τρόπους για να συνδυάσουν τις νέες έννοιες με αυτά που ήδη έχουν μάθει. Έτσι αφομοιώνουν καλύτερα την ύλη που διαβάζουν.
  • Θα πρέπει να αναρωτιούνται συχνά τι ακριβώς διάβασαν και πώς αυτό συσχετίζεται με τα προηγούμενα. Αυτό τους προετοιμάζει για ερωτήματα κι ασκήσεις συνδυαστικές, κρίσεως ή γενικής φύσεως που δεν θα έχουν συναντήσει στις επαναλήψεις τους.
Την ώρα των εξετάσεων, παροτρύνετε τους να κρατήσουν την ψυχραιμία τους και να σκέφτονται θετικά. Κάντε το ίδιο κι εσείς! Όταν πάρουν τα θέματα, ας εστιάσουν την προσοχή τους κι ας ξεκινήσουν από αυτά που ξέρουν καλύτερα. Μπορούν να κάνουν ένα μικρό πλάνο στο πρόχειρο με κάποιες λέξεις-κλειδιά από θέματα που πρέπει να θυμηθούν αργότερα να αναπτύξουν.

Αν πριν και κατά τη διάρκεια των εξετάσεων νιώσουν άγχος ή πανικό ή έρθουν στο μυαλό τους αρνητικές σκέψεις αποτυχίας, ας εφαρμόσουν κάποια τεχνική χαλάρωσης. Αν νιώσουν πως δε θυμούνται κάτι που γνωρίζουν, λόγω του άγχους τους, το πρώτο που πρέπει να κάνουν είναι οι τεχνικές χαλάρωσης και να προχωρήσουν σε επόμενη ερώτηση. Αργότερα που θα έχουν ηρεμήσει, ας επανέλθουν.     

6)   Τέλος, θυμηθείτε ότι τα συναισθήματα είναι μεταδοτικά! Προσέξτε να μη μεταφέρετε το δικό σας άγχος και τις ανησυχίες σας στο παιδί. Φροντίστε πρώτα τη δική σας ψυχολογική ηρεμία, και κρατηθείτε μακριά από αρνητικές σκέψεις και καταστροφικά σενάρια.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Απάντηση σε σχόλια αναγνωστών για το άρθρο «Στρατηγικές αντιμετώπισης των προβλημάτων του ύπνου», στο facebook προφίλ της Natalie Sampas


Με όλο το σεβασμό, το άρθρο που χαρακτηρίσατε ως ‘εγκληματικό’ είναι προσαρμοσμένο από το βιβλίο του Martin Herbert (Καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Leicester της Μ. Βρετανίας), με τίτλο «Διατροφή και ύπνος των παιδιών». Οι ‘οδηγίες’ έχουν αυτήν τη μορφή για να βοηθήσουν τους γονείς να ακολουθήσουν το πρόγραμμα που προτείνει ο κ. Herbert, βήμα-βήμα. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές παρουσιάστηκαν σε μια ομάδα γονέων στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Νέας Απολλωνίας, κι επειδή πολλοί γονείς είδαν άμεσα αποτελέσματα, μου ζητήθηκε από την Υπεύθυνη του Πολιτιστικού Κέντρου-Διευθύντρια του Νηπιαγωγείου Νέας Απολλωνίας,  να το δημοσιεύσω στο Τοπικό Περιοδικό της Ν. Απολλωνίας.

Η δική μου άποψη είναι: «…στη δυσκολία του ύπνου είναι συμπυκνωμένοι όχι ένας, αλλά πολλοί και διάφοροι φόβοι: εκείνος της απομάκρυνσης, του ξένου, της εγκατάλειψης, του σκοταδιού, των άσχημων ονείρων, κλπ. …..Σχετικά με το φόβο για το σκοτάδι: Μεταξύ των ενηλίκων υπάρχουν πολλοί περισσότεροι απ’όσο φανταζόμαστε που νιώθουν αυτόν το φόβο, σε σημείο μάλιστα ν’αφήνουν κάποιο φως αναμμένο τη νύχτα, εάν είναι μόνοι. Προφανώς υπάρχει σε αυτούς μια βαθιά ανάγκη ελέγχου της κατάστασης, που καθιστά ανυπόφορη την ιδέα του ολικού σκοταδιού, όταν δεν είναι δυνατό να δει κανείς. Κι αυτό ακόμη μια φορά αποδεικνύει την πολυμορφία, που εμείς οι ενήλικες μπορούμε να έχουμε στη συμπεριφορά μας και πως καθένας μας οργανώνει τις άμυνές του με τον καλύτερο τρόπο που μπορεί να βρει. ‘Εγώ φοβόμουν τόσο το σκοτάδι, τις νέες καταστάσεις, την απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον’, έλεγε κάποτε μια νεαρή μητέρα, ‘που στη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού τις πρώτες τρεις βραδιές δεν κοιμήθηκα καθόλου. Κι όχι μόνον, όταν ο σύζυγός μου αποκοιμιόταν, τον ξυπνούσα, για να μου κρατά συντροφιά. Εωσότου, την τέταρτη βραδιά, αντέδρασε και με μάλωσε, όπως μαλώνουν ένα κοριτσάκι. Το πιστεύετε ότι αυτό με καθησύχασε; Εκείνη τη νύχτα κάθισα ήσυχη χωρίς να πω τίποτε, μέχρις ότου σιγά σιγά αποκοιμήθηκα κι εγώ’. Πιστεύω ότι αυτό είναι καλό παράδειγμα σχετικά με το θέμα των ορίων και της σημασίας τους να συγκρατούν τους ίδιους τους φόβους μας στις καταστάσεις που προκαλούν έντονο άγχος. Παρά την κούραση και τη δυσκολία που μερικές φορές προκαλεί, για ένα παιδί το να καταφέρει να κοιμηθεί μόνο του αντιπροσωπεύει μια μεγάλη νοητική εμπειρία και το βίωμα μιας κατάκτησης.»

Φυσικά, ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει τη δική του άποψη. Κάποιοι άνθρωποι που το έχουν ψάξει λίγο παραπάνω, έχουν γράψει βιβλία τα οποία όλοι εμείς αγοράζουμε και διαβάζουμε. Αν ήταν να βασιζόμασταν μόνο στο ένστικτο, θα βρισκόμασταν πολλά χρόνια πίσω. Όλα όσα έχω γράψει παραπάνω και πολλά περισσότερα, μπορείτε να τα βρείτε στο καταπληκτικό βιβλίο της Alba Marcoli ‘Ο Θυμός των Παιδιών’. Στις σελίδες 55-66 θα βρείτε ένα παραμύθι για τη δυσκολία του παιδιού να αποκοιμηθεί και στη συνέχεια κάποια σχόλια, τα οποία κλείνουν το κείμενο κάπως έτσι: «…Συνεπώς η δοκιμασία του βραδινού αποχωρισμού είναι εκείνη που μας βοηθά να καταλάβουμε εάν ένα παιδί αισθάνεται ασφαλές. Όταν δεν τα καταφέρνει, ίσως το αληθινό πρόβλημα δεν είναι τόσο η νύχτα καθ’εαυτή, όσο το γεγονός ότι το παιδί σε εκείνη τη στιγμή δεν επεξεργάστηκε ή δεν ξαναβρήκε μέσα του αρκετή σιγουριά, για να την αντιμετωπίσει. Κι αυτός είναι τότε ο χώρος, όπου είναι χρησιμότερο να βοηθηθεί από τους γονείς του.»