Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Μιλώντας με τα παιδιά για την υιοθεσία

Η μητέρα μοιάζει με πηγή σε βουνό που ποτίζει το δέντρο στις ρίζες του βουνού,
εκείνη όμως που μεγαλώνει το παιδί μιας άλλης μητέρας
μοιάζει με το νερό που γίνεται σύννεφο και διασχίζει μια μεγάλη απόσταση
για να ποτίσει ένα μοναχικό δέντρο στην έρημο.
Ταλμούδ (στο Watkins & Fisher, 2007)



Μια από τις πιο ισχυρές αντιστάσεις που κρατά τους γονείς από το να πουν στο παιδί τους ότι το υιοθέτησαν είναι οι διαψεύσεις και απογοητεύσεις που βίωσαν, ενώ προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν τελικά τα πολύπλοκα συναισθήματά τους. Με το που απέκτησαν αυτό το υπέροχο μωρό, θέλουν απλώς να ξεκουραστούν και να νιώσουν μια οικογένεια, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι ν’ αντιμετωπίσουν τις ερωτήσεις του παιδιού τους. Δεν είναι εύκολο να σκεφτούν τι σημαίνει η υιοθεσία γι’ αυτούς ως γονείς. Έχουν ανάγκη να χαλαρώσουν και ν’ απολαύσουν τον κόπο και τη χαρά του να μεγαλώνουν αυτό το υπέροχο μωρό, η άφιξη του οποίου είναι η ευτυχής κατάληξη τόσων προσπαθειών και ματαιώσεων.

Ωστόσο, οι θετοί γονείς έχουν πρόσθετα καθήκοντα. Συχνά, περιμένουν με άγχος, τρόμο, λύπη και φόβο τη στιγμή που θα μιλήσουν στα παιδιά τους για την υιοθεσία. Είναι αλήθεια ότι αυτή η συζήτηση είναι πιο δύσκολη για τον ίδιο το γονιό παρά για το παιδί. Στην πραγματικότητα, τα μικρά παιδιά παρουσιάζουν περιέργεια και ενδιαφέρον για να ακούσουν και να συμμετέχουν σε αυτήν τη συζήτηση.

Ορισμένοι  γονείς όταν μιλούν με τα παιδιά τους για την υιοθεσία, μπορεί να νιώθουν σαν να τους λένε ότι υπάρχει κάποιο λάθος μ’ αυτά και τη ζωή τους. Επιπλέον, μπορεί να νιώθουν ότι ο δεσμός μαζί τους είναι εύθραυστος, μη πραγματικός, και μπορεί, χωρίς να το συνειδητοποιούν, να μεταφέρουν στα παιδιά τους αυτό το συναίσθημα. Οι θετοί γονείς χρειάζεται να αντιμετωπίσουν τις λανθασμένες αντιλήψεις τους για το τι είναι εκείνο που κάνει μια οικογένεια καλή και να κατανοήσουν τελικά ότι εκείνο που προσδιορίζει τις οικογενειακές σχέσεις είναι η αγάπη. Το γεγονός ότι το παιδί έχει μια ιστορία πριν από εκείνους, ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο όταν έρχεται στη ζωή τους, δεν αποδεικνύει ότι κάτι δεν είναι σωστό. Μάλλον οι θετοί γονείς μπορούν να αξιοποιήσουν αυτό το γεγονός, για να αντιληφθούν νωρίτερα εκείνο που και οι βιολογικοί γονείς πρέπει τελικά να αντιληφθούν, ότι δηλαδή εξαρχής τα παιδιά τους είναι ξεχωριστά πρόσωπα.


ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ
Πριν τον ερχομό ενός παιδιού, όλοι οι γονείς φτιάχνουν εικόνες στο μυαλό τους για το πώς θα είναι το παιδί τους (φαντασιακό παιδί) και οι προσδοκίες αυτές είναι σε μεγάλο βαθμό ίδιες ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αποκτούν το παιδί. Τόσο για τους βιολογικούς όσο και για τους θετούς γονείς, ο ερχομός του πραγματικού βρέφους εγκαινιάζει τη σταδιακή εγκατάλειψη του φαντασιακού βρέφους, έτσι ώστε το πραγματικό παιδί να μπορεί να βρει χώρο για να αναπτυχθεί. Αυτή η διαδικασία δημιουργίας ενός φαντασιακού παιδιού στη διάρκεια της περιόδου αναμονής, είναι απαραίτητη για τη δημιουργία δεσμού του γονιού με το πραγματικό βρέφος. Οι θετοί γονείς χρειάζεται να εγκαταλείψουν τις φαντασιώσεις που έκαναν για το πώς θα ήταν το βιολογικό παιδί τους, καθώς και την ενασχόλησή τους με τους δεσμούς αίματος, για να συνδεθούν στην παρούσα στιγμή με το πραγματικό παιδί τους. Μια μητέρα αναφέρει:

«Όταν σχεδιάσαμε να υιοθετήσουμε, ήμουν αντίθετη. Δεν ήταν κάτι που θα επέλεγα να κάνω, αλλά προχωρήσαμε και βάλαμε το όνομά μας σε έναν κατάλογο υιοθεσίας. Όταν ήρθε η ώρα να υιοθετήσουμε, ήμουν έτοιμη να υιοθετήσω και ν’ αποδεχθώ πλήρως αυτήν την επιλογή. Όμως αυτό που έπρεπε να κάνω, για να είμαι έτοιμη, ήταν να θρηνήσω την απώλεια του να μην έχω βιολογικό παιδί και τη σημασία της για μένα. Νομίζω ότι σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Κι όταν το πήρα πραγματικά κάπως απόφαση ότι δεν θα γεννούσα παιδί, ήταν ξεκάθαρο ότι το επόμενο καθήκον μου ήταν ν’ αποχωριστώ την εικόνα του παιδιού που είχα φανταστεί ότι θα είχα, προκειμένου να έχω ένα πραγματικό παιδί. Και είπα στο σύζυγό μου: νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κάνουν όλοι οι γονείς, είτε είναι βιολογικοί είτε θετοί. Πρέπει να αποχωριστούν την εικόνα του πώς θα είναι το παιδί, αν θα είναι κοκκαλιάρικο ή αθλητικός τύπος ή οτιδήποτε άλλο. Νομίζω ότι η δουλειά μου ήταν να αποχωριστώ την εικόνα που είχα για το παιδί μου. Αντιλήφθηκα ότι όποιο κι αν ήταν το παιδί-είτε ερχόταν με γέννηση είτε με υιοθεσία- έπρεπε να αποχωριστώ αυτήν την εικόνα, επειδή το παιδί δεν επρόκειτο να είναι προέκτασή μου. Αυτή ήταν η δύσκολη δουλειά την οποία έπρεπε να κάνω. Νιώθω ότι ήμουν πραγματικά ελεύθερη ν’ αφήσω την κόρη μου να γίνει αυτό που επρόκειτο να γίνει. Και πιθανόν να μην είχα υποχρεωθεί να το συνειδητοποιήσω τόσο γρήγορα στη διαδικασία του να γίνω γονιός (αν δεν υπήρχε υιοθεσία). Είχα πραγματικά επίγνωση ότι το έμαθα. Το παιδί έπρεπε να είναι ελεύθερο να γίνει ό,τι επρόκειτο να γίνει» (στο Watkins & Fisher, 2007).


ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ
Η υιοθεσία είναι μια πραγματικότητα την οποία βιώνει η οικογένεια μέσα από τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μοιράζονται οι γονείς με τα παιδιά τους. Η συζήτηση για την υιοθεσία δεν διαφέρει σε τίποτα από άλλες συζητήσεις που τυχαίνει κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους για σημαντικά ζητήματα. Όταν μιλάμε για την υιοθεσία σε μια γλώσσα που μπορεί να κατανοήσει το παιδί, ανάλογα με την ηλικία του, τότε το βοηθάμε ουσιαστικά να κατανοήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η καλύτερη στιγμή από την οποία μπορούν να αρχίσουν οι γονείς να μιλούν στα παιδιά για την υιοθεσία τους, είναι η ημέρα της υιοθεσίας. Η ιστορία που θα πουν στο παιδί, η δική του ιστορία, του επιτρέπει να ριζώσει στην τωρινή οικογένεια. Αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει το παιδί είναι να μάθει πόσο συγκινήθηκαν και συγκινούνται οι άνθρωποι τους οποίους αγαπά κι από τους οποίους εξαρτάται.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το πολυσυζητημένο επίμαχο ζήτημα του πότε πρέπει να μιλήσει ο γονιός στο παιδί, απλώς εξαφανίζεται, επειδή ζούνε μαζί του στην πραγματικότητα της υιοθεσίας του από την αρχή. Το παιδί ακούει τις διάφορες εκδοχές του παραμυθιού που κατασκευάζουνε οι γονείς  του, κι εκείνοι αφουγκράζονται το παιχνίδι του, τις παρατηρήσεις του και τις ερωτήσεις του, που αποκαλύπτουν τον τρόπο που το  ίδιο βιώνει την υιοθεσία του. Άρα, είναι αναγκαίο οι θετοί γονείς να μιλούν με τα παιδιά τους για την υιοθεσία σε όλη τη διάρκεια της παιδικής και της εφηβικής τους ηλικίας, με τρόπο κατάλληλο για το επίπεδο της γνωστικής του ανάπτυξης και της κοινωνικής του κατανόησης. Καθώς μεγαλώνει το παιδί, θα μπορέσει να κατανοήσει τις ποικίλες διαστάσεις της υιοθεσίας με όλο και μεγαλύτερη λεπτομέρεια.


ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
Όταν τα μικρά παιδιά μιλούν για την υιοθεσία, δε μιλούν για την υιοθεσία που αναφέρεται  σε μια νόμιμη και μόνιμη σχέση γονιού-παιδιού, η οποία δημιουργείται μέσα από την πρόθεση και την επιθυμία των βιολογικών γονιών να αποποιηθούν τα γονεϊκά τους δικαιώματα και τις ευθύνες και μέσα από την πρόθεση και την επιθυμία των θετών γονιών να αναλάβουν αυτά τα δικαιώματα και τις ευθύνες. Για το υιοθετημένο παιδί γέννηση και υιοθεσία είναι μπερδεμένες έννοιες μέσα στο μυαλό του. Όπως αναφέρουν οι Brondzinsky, Singer και Braff (1984, στο Watkins & Fisher, 2007), για να καταλάβει ένα παιδί τι σημαίνει υιοθεσία, πρέπει πρώτα να αποκτήσει κάποιες γνώσεις για τη γέννηση και την αναπαραγωγή, για τους ρόλους και τις σχέσεις στην οικογένεια, τις αξίες, τα διαπροσωπικά κίνητρα και τη λειτουργία των κοινωνικών θεσμών. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ο γονιός θα πρέπει να περιμένει για να πει στο παιδί ότι είναι υιοθετημένο. Καθήκον του είναι να το ενημερώσει από την αρχή και καθώς ωριμάζει να του δίνει παραπάνω πληροφορίες, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να μάθει να ακούει το παιδί για να καταλαβαίνει πώς βιώνει την υιοθεσία.

Οι Brondzinsky, Singer και Braff (1984, στο Watkins & Fisher, 2007), διεξήγαγαν μια έρευνα με υιοθετημένα και μη υιοθετημένα παιδιά από 4 έως 13 ετών και προτείνουν 6 στάδια κατανόησης της υιοθεσίας. Φυσικά δεν υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα στην ηλικία του παιδιού και το στάδιο κατανόησής του, ούτε η διαδοχή των σταδίων ισχύει αναγκαστικά για όλα τα παιδιά. Τα στάδια αυτά προτείνονται στους γονείς για να τους βοηθήσουν να γνωρίζουν τι μπορεί να κατανοεί ή να παρανοεί το παιδί, σε κάθε ηλικιακό φάσμα. Πιο αναλυτικά:  


·     Στάδιο 0
(αφορά παιδιά μέχρι 5 ετών, αλλά περιλαμβάνει και μερικά παιδιά 6 και 7 ετών)
Τα παιδιά δεν επιδεικνύουν καμία κατανόηση της υιοθεσίας.

·     Στάδιο 1
(παιδιά 4-7 ετών)
Τα παιδιά δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την υιοθεσία από τη γέννηση.

·     Στάδιο 2
(παιδιά 4-13 ετών. Επικρατέστερες ηλικίες: 6 και 7 ετών)
Τα παιδιά διαφοροποιούν ξεκάθαρα την υιοθεσία και τη γέννηση ως δυο διαφορετικούς τρόπους για να γίνουν οι άνθρωποι γονείς και αποδέχονται ότι η σχέση με τη θετή οικογένεια είναι μόνιμη, αλλά δεν καταλαβαίνουν γιατί.

·     Στάδιο 3
(παιδιά 4-13 ετών. Επικρατέστερες ηλικίες: 6 έως  9 ετών)
Τα παιδιά διαφοροποιούν ξεκάθαρα την υιοθεσία και τη γέννηση, αλλά δεν είναι σίγουρα για το μόνιμο χαρακτήρα της σχέσης γονιού-παιδιού. Θεωρούν πως οι βιολογικοί γονείς έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την κηδεμονία του παιδιού κάποια στιγμή στο μέλλον.

·     Στάδιο 4
(παιδιά 6-13 ετών. Επικρατέστερες οι μεγαλύτερες ηλικίες)
Τα παιδιά περιγράφουν τη σχέση τους με τη θετή οικογένεια ως νομικά μόνιμη. Αναφέρονται σε υπογραφές εγγράφων, δικηγόρους, δικαστές, γιατρούς, κοινωνικές υπηρεσίες που κάνουν μόνιμη τη σχέση γονιού-παιδιού. 

·     Στάδιο 5
(παιδιά 8-13 ετών. Επικρατέστερες ηλικίες: 12 και 13 ετών)
Τα παιδιά χαρακτηρίζουν τη σχέση με τους θετούς γονείς μόνιμη και επισημαίνουν ότι εμπεριέχει τη νομική μεταβίβαση δικαιωμάτων και ευθυνών για το παιδί από τους βιολογικούς στους θετούς γονείς.  

Οι ερευνητές περιλάβανε το φάσμα των ηλικιών για κάθε στάδιο, για να τονίσουν ότι δεν μπορούμε να υποθέτουμε με βάση την ηλικία του παιδιού ότι αυτό μπορεί αυστηρά να καταλάβει ή να μην καταλάβει κάποια πλευρά της υιοθεσίας. Υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις.



ΤΕΛΙΚΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΤΟΥ;
Το υιοθετημένο παιδί ενδιαφέρεται να μάθει την ιστορία του. Ενδιαφέρεται να μάθει από πού ήρθε, πότε ήρθαν σε αυτό οι γονείς του, πώς πήγαν εκεί, πώς ήταν όταν το είδαν για πρώτη φορά και τι ένιωσαν. Η ιστορία της υιοθεσίας μεταδίδει την ίδια οικειότητα, θέρμη, συγκίνηση και χαρά που υπάρχουν στις περισσότερες  ιστορίες γέννησης, επειδή για τους θετούς γονείς αυτή η ένωση της ημέρα της υιοθεσίας είναι συνήθως αποτέλεσμα πολλών και επίπονων προσπαθειών. Το παιδί ζητάει από τους γονείς του να του πουν την ιστορία της υιοθεσίας του και να μιλήσουν γι’ αυτήν επανειλημμένα, για να βιώσει επανειλημμένα τη χαρά και την αγάπη του ερχομού του στην τωρινή του οικογένεια. Άρα, η ιστορία της υιοθεσίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ιστορίας της γέννησης.

Η ειλικρίνεια και η ζεστασιά των συζητήσεων για την υιοθεσία δείχνουν στο παιδί ότι ο γονιός ενδιαφέρεται για την ιστορία του, για τις ερωτήσεις και τις απορίες του, αλλά και για την περιέργειά του. Μόλις ακούσει την ιστορία της υιοθεσίας, το παιδί κατανοεί ότι η υιοθεσία - ό,τι κι αν σημαίνει γι’ αυτό η λέξη - ήταν ένα πολύ ευτυχές γεγονός για τους γονείς του.

Κοιτάξτε μαζί του το οικογενειακό άλμπουμ με τις φωτογραφίες του, αναπαραστήστε την πρώτη σας συνάντηση, πείτε την ιστορία ξανά και ξανά σαν να είναι παραμύθι κι έτσι θα αναπτύξετε οικειότητα με τα παιδιά σας. Αυτό μπορείτε να το κάνετε άτυπα, σε χρόνους και τόπους που μεσολαβούν μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, π.χ. στο αυτοκίνητο, στις διακοπές, σε μια βόλτα, την ώρα του μπάνιου ή λίγο πριν τον ύπνο. Σε αυτές τις στιγμές αναδύονται πιο αυθόρμητα οι σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού, καθώς η οπτική επαφή δεν καθηλώνει την προσοχή του, ενώ ταυτόχρονα ο γονιός αισθάνεται πιο ελεύθερος να ξεκινήσει μια συζήτηση. Μπορείτε να δημιουργείτε αυτές τις στιγμές μόνοι σας για όλα τα σημαντικά πράγματα που θέλετε να κουβεντιάσετε μαζί του, στα οποία περιλαμβάνεται και η υιοθεσία.


Προσαρμοσμένο από το βιβλίο
«Μιλώντας με μικρά παιδιά για την υιοθεσία τους»
των Watkins M. & Fisher S. (2007)
Εκδόσεις Gema


Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 7 Νοεμβρίου 2011





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου