Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΤΟ ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ

Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Παιδιών – Εφήβων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

Τα συνεσταλμένα παιδιά είναι συνήθως παιδιά με κοινωνικές αναστολές, που διστάζουν να πάρουν πρωτοβουλίες και παρουσιάζουν περιορισμένη ενεργητικότητα σε σύγκριση με άλλα παιδιά. Αυτά τα παιδιά είναι συνήθως λιγότερο κοινωνικά και περισσότερο εσωστρεφή. Αυτό βέβαια δε συνεπάγεται πως το παιδί αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα στην ανάπτυξή του ή ότι είναι λιγότερο ευφυές από τα άλλα παιδάκια. Απλά είναι διαφορετικό!


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Η περιορισμένη κοινωνικότητα του παιδιού, η οποία εκδηλώνεται στο ομαδικό παιχνίδι, σε ομαδικές εργασίες, ομιλίες, στην έκθεση του παιδιού ενώπιον άλλων ατόμων· δραστηριότητες τις οποίες συχνά αποφεύγει το ντροπαλό παιδί.

Όταν χάνει σε ένα παιχνίδι ή δυσκολεύεται να πάρει μέρος σε μια κοινωνική αλληλεπίδραση τα παρατάει αμέσως, αποσύρεται εκφράζοντας θυμό ή απάθεια. Δύσκολα ή μετά από πολύ χρόνο θα ξαναπροσπαθήσει να λάβει μέρος σε παρόμοιες δραστηριότητες.  

Κάποια άλλα χαρακτηριστικά είναι η ευαισθησία του παιδιού στην αρνητική κριτική και τις επιπλήξεις, θλιμμένο ύφος, κοκκινίζει εύκολα, δεν τολμάει να κοιτάξει το συνομιλητή του, τρέμουν τα ποδαράκια του, τα χεράκια του, επίσης εκδηλώνει κάποιες δυσκολίες στην ομιλία, όπως το να μιλάει γρήγορα, απότομα, με τρεμάμενη φωνή, απαντάει μονολεκτικά, χάνει τα λόγια του και τη ροή της σκέψης του.

Γενικά, προτιμούν να περνάνε απαρατήρητα αυτά τα παιδιά σε μια συζήτηση χωρίς καμία συνεργασία με τους συνομιλητές τους.


ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ;
Τα ερευνητικά δεδομένα που έχουμε δεν υποστηρίζουν το ότι κάποια παιδιά γεννιούνται περισσότερο συνεσταλμένα από άλλα. Στην ουσία, τα παιδιά μαθαίνουν να είναι ντροπαλά, είτε γιατί επανειλημμένως έχουν απειληθεί και τρομοκρατηθεί από άλλους, είτε γιατί δεν διαθέτουν ακόμη την ανάλογη κοινωνική εμπειρία. Απλά δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μάθουν κάτι διαφορετικό από τη συστολή, όταν βρίσκονται σε κόσμο (Herbert, 1996).

Έπειτα, η αρνητική αξιολόγηση η οποία προέρχεται τόσο από το ίδιο το παιδί, όσο και από γονείς, δασκάλους και φίλους του παιδιού, καθώς και η αμφιβολία για το αν θα τα καταφέρει σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες. Όλα αυτά του προκαλούν ανασφάλεια. Π.χ. ‘Δεν είσαι ικανός ούτε το ποίημά σου να πεις’, ‘Πάλι δεν τα κατάφερες’, ‘Είσαι ανίκανος’, ‘Τόσο δύσκολο ήταν και δεν τα κατάφερες;’

Η πίεση που ασκείται από τους γονείς φέρνει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση το διστακτικό παιδί. Με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται περισσότερο στο να διεκδικεί αυτό που επιθυμεί και να παρουσιάζει ακόμη πιο μεγάλη δυσκολία στο να εκφράζει την άποψή του.

Το συνεσταλμένο παιδί συχνά θεωρεί πως αποτυγχάνει στις παρέες και την επικοινωνία του γενικότερα επειδή δεν διαθέτει κάποιες ικανότητες. Κι αντί για ικανότητες πιστεύει πως έχει κάποια έμφυτα αρνητικά χαρακτηριστικά τα οποία του δημιουργούν όλες αυτές τις δυσκολίες. Όσο θεωρεί κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, δεν κάνει κάτι για να το διορθώσει. Το δέχεται ως γεγονός και σκέφτεται ότι  είναι μάταιο να προσπαθεί να επιτύχει σε μια κοινωνική επαφή, αφού δεν θα έχει θετικό αποτέλεσμα. Τίποτα δεν θα αλλάξει, όπως δεν άλλαξε εδώ και τόσο καιρό! Αυτή η στάση του παιδιού διαιωνίζει την κατάστασή του, είναι ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ξεφύγει. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνει πως είναι ανώφελο να προσπαθεί.

Τέλος, το άγχος που βιώνει το παιδί σε μια κοινωνική επαφή μαζί με την αρνητική αντίληψη που έχει για τις δικές του κοινωνικές  ικανότητες. Το άγχος που βιώνει το παιδί είναι αποτέλεσμα της ανησυχίας και του φόβου μπροστά σε μια αληθινή ή και φανταστική κοινωνική αποτυχία. Αυτό το άγχος του παιδιού καθώς και η αρνητική αντίληψη για τον εαυτό του μπορεί να είναι αποτέλεσμα προηγούμενων έντονων τραυματικών εμπειριών και απορριπτικών συμπεριφορών από γονείς ή φίλους.

ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΘΩ ΣΤΟ ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;
  • Αποφύγετε τη σύγκριση της επίδοσης του παιδιού με αυτή των αδελφών ή φίλων του. Πολλές φορές λέμε: ‘Δες ο Βασιλάκης τα κατάφερε καλύτερα από εσένα’, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα κινητοποιήσουμε το παιδί. Η αλήθεια είναι ότι ένα κάπως περισσότερο ευαίσθητο και ανασφαλές παιδί, τραυματίζεται με μια τέτοιου είδους συμπεριφορά. Είναι προτιμότερο να του πούμε: ‘Δεν πειράζει που δεν κατάφερες να πεις όλο το ποίημα σου. Τα κατάφερες καλύτερα από πέρσι που δεν είχες ανέβει ούτε στον πίνακα για να το πεις’. Με αυτόν τον τρόπο εντοπίζουμε έστω και τη μικρή βελτίωση, κι αυτό ενισχύει το παιδί.
  • Κάτι άλλο που μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να αποφεύγουν τα σχόλια και τους χαρακτηρισμούς που κάνουν το παιδί να νιώθει ντροπή και αμηχανία, ιδιαίτερα μπροστά σε τρίτους. Όπως για παράδειγμα: ‘Είσαι πολύ ντροπαλός’ ή ‘Είσαι πολύ δειλός’ ή ‘Ο Τάσος δε μας έφερε καλούς βαθμούς’. Τέτοια σχόλια ενισχύουν τη διαμόρφωση της αρνητικής κοινωνικής αντίληψης του παιδιού. Κι επειδή δεν θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι προτιμότερο απλά να περιγράψουμε το συμβάν χωρίς να κριτικάρουμε την συμπεριφορά του παιδιού, όπως: ‘Είδα πως σηκώθηκες να πεις το ποίημα σου, είπες το μισό και μετά έφυγες από τον πίνακα και ήρθες κάτω’. Μετά από ένα τέτοιο συμβάν είναι καλό να συζητήσουμε με το παιδί γι’αυτό που έγινε. Κι αυτό γιατί τα παιδιά τείνουν να κατηγορούν πολύ αυστηρά τον εαυτό τους μετά από μια αποτυχία, π.χ. ‘Δεν κατάφερα να πω το ποίημα μου, είμαι χαζός’. Είναι πολύ σημαντικό αυτό και πρέπει να το καταλάβουν οι γονείς και να βοηθήσουν το παιδί να διώξει αυτές τις σκέψεις με λογικά επιχειρήματα κι όχι μόνο με λόγια της παρηγοριάς.
  • Οι γονείς καλό είναι να επιβραβεύουν τα θετικά επιτεύγματα του παιδιού, αλλά και τα μικρά δείγματα κοινωνικότητας.
  • Πολύ σημαντικό είναι να μην επιτρέπουν στο φυσιολογικό για την κατάσταση άγχος τους, να εκφραστεί με ένταση και νεύρα προς το παιδί, αποδοκιμάζοντας το ή φωνάζοντας.
  • Επίσης, να φροντίζουν ώστε το παιδί στον ελεύθερο χρόνο του να ασχολείται με διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, οι  οποίες θα το βοηθήσουν να ξεπεράσει τους κοινωνικούς φόβους του. Κάτι πολύ εποικοδομητικό αλλά και διασκεδαστικό που μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν το παιδί είναι να παίξουν μαζί του ένα παιχνίδι ρόλων, όπου θα κάνουν πρακτική εξάσκηση του πώς μιλάμε μπροστά σε ένα κοινό, πώς συμμετέχουμε σε μια συζήτηση, πώς παίρνουμε πρωτοβουλίες για να πούμε κάτι ή να ζητήσουμε κάτι που επιθυμούμε ή ακόμα να αρνηθούμε κάτι που μας δυσαρεστεί.
  • Δραστηριότητες που μπορεί να ξεκινήσει το παιδί και θα το βοηθήσουν σημαντικά, όπως παιδικό θέατρο, προσκοπισμός, οτιδήποτε έχει να κάνει με ομαδικές δραστηριότητες.
  • Δώστε του χρόνο! Τα παιδιά αυτά έχουν το δικό τους ρυθμό.
  • Τέλος, ίσως να υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που δυσχεραίνουν τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού. Αν δυσκολεύεστε να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας, ζητήστε τη βοήθεια ενός ειδικού.     


Βιβλιογραφία
- Herbert, M. (1996), «Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας – α’».  Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα.


Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 23 Μαρτίου 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου