Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Η ΥΠΕΡΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΤΙΜΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ

Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος Παίδων & Ενηλίκων, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Παιδιών – Εφήβων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης


Εμείς οι ενήλικες πολλές φορές υιοθετούμε μια συμπεριφορά (συνειδητά, επειδή θεωρούμε πως είναι για το καλό του παιδιού ή ασυνείδητα), η οποία μακρόχρονα στρέφεται εναντίον μας αλλά και εναντίον των παιδιών μας. Μιλάμε για την υπερπροστατευτική συμπεριφορά.

Το έχουμε μάθει μικροί, εξ’αιτίας του τρόπου με τον οποίο ανατραφήκαμε και μας έχει γίνει βίωμα πως έτσι ΠΡΕΠΕΙ να συμπεριφερόμαστε στα παιδιά, πως είναι για το καλό τους.

Η παγίδα: Αυτή η συμπεριφορά μας είναι αποτελεσματική (το παιδί όντως προφυλάσσεται!), αν δεν ήταν δεν θα τη συνεχίζαμε, αλλά αναπόφευκτα δείχνει ελλιπή προσοχή προς τις ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών. Κάπως έτσι περνάει ασυναίσθητα από γενιά σε γενιά και διαιωνίζει τη μετάδοση αυτών των συμπεριφορών και φτάνουμε στο σημείο που μας φαίνεται αυτονόητο, δηλαδή ότι είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε αυτήν τη στάση.


ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ ΑΝ ΜΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΒΟΗΘΑ Ή ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΟΥ;
Από τις αντιδράσεις του. Αν είναι βαθιά εξουθενωμένο, θυμωμένο, λυπημένο (μπορεί και να μην το δείχνει), ίσως πρέπει να προσπαθήσω να καταλάβω τι είναι αυτό που του προκαλεί κακό και στρέφεται εναντίον όλων μας. Ας μην ξεχνάμε πως η υπερπροστασία οδηγεί στην υποτίμηση, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί την αντίδραση και το θυμό του παιδιού. Η υποτίμηση είναι μια επίθεση ενάντια στην αυτοεκτίμησή μας.


ΠΩΣ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ Η ΥΠΟΤΙΜΙΣΗ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;

-          Με λέξεις, π.χ. ‘Δεν ξέρεις να κάνεις τίποτα’

-          Με πράξεις, π.χ. Κάνοντας από την αρχή εκείνο που έκανε ο άλλος.

«Εμείς οφείλουμε να διδάξουμε στα παιδιά», λέει ο ενήλικας μέσα μας και είναι αλήθεια. Αλλά τα παιδιά μαθαίνουν μιμούμενα τη συμπεριφορά μας παρά τα λόγια μας. Γι’ αυτό αξίζει τον κόπο να προσέχουμε πως συμπεριφερόμαστε απέναντι τους.    

               
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΙΜΙΣΗΣ
α) θέτουμε υπό αμφισβήτηση τις δυνατότητές του παιδιού και τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις και κατ’ επέκταση συμβάλλουμε στη μείωση της αυτοεκτίμησής του.
β) μεταδίδουμε το μήνυμα πως υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος συμπεριφοράς. Τι σύμπτωση! Αυτός είναι μόνον ο δικός μας.
γ) ενισχύουμε έναν τρόπο σκέψης δύσκαμπτο, που δεν βρίσκει ελαστικές λύσεις στα προβλήματα.

Ένας από τους λεπτότερους και δύσκολα κατανοητούς τρόπους που ασυναίσθητα υποτιμάμε ένα παιδί, είναι όταν το υπερπροστατεύουμε και μεριμνούμε εμείς γι’ αυτό, υποκαθιστώντας το, αν και νομίζουμε ότι ενεργούμε για το καλό του.

Οι υπερπροστατευτικοί γονείς συχνά υποτάσσουν το παιδί στις θελήσεις τους, ή υποτάσσονται οι ίδιοι στις θελήσεις του παιδιού. Αυτό αποθαρρύνει το παιδί, το εμποδίζει να ενεργεί αυτόνομα, κινδυνεύει να γίνει δειλό, αδέξιο, φοβισμένο άτομο.


ΠΩΣ ΦΤΑΝΕΙ Ο ΓΟΝΙΟΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΥΠΕΡΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟΣ;
Ένας γονέας που υπέφερε επειδή ένιωσε υποτιμημένος και ακατάλληλος, διαιωνίζει την πληγή του, τη στιγμή που προτίθεται να την αποτρέψει από το παιδί του υπερπροστατεύοντάς το. Είναι σημαντικό να καταλάβει ότι είναι οι δικές του πληγές που θέλει να επανορθώσει μέσα από το παιδί του.

Το να θεωρούμε το παιδί σαν κάτι που πρέπει να διορθωθεί (‘Εγώ δεν σπούδασα, συνεπώς πρέπει να σπουδάσεις εσύ!’, ‘Εγώ υπέφερα, εσύ δεν πρέπει να υποφέρεις’, κ.ο.κ.) σημαίνει ότι το αντιμετωπίζουμε ήδη από την αρχή σαν κάποιον που του λείπει κάτι. Κι αυτό το κάτι δεν είναι πάντα μια πραγματική ανάγκη του παιδιού. Αντίθετα, είναι εκείνο το κάτι που έλειψε σε εμάς τους ενήλικες όταν ήμασταν μικροί.   

Εναποθέτουμε πάνω στο παιδί βιώματα που ανήκουν στη δική μας ιστορία, στο παιδί που κάποτε υπήρξαμε και που παρεμβαίνει στη σχέση μας προκαλώντας σύγχυση και διαιωνίζει τον πόνο μας. Και η παγίδα, αυτό που μπερδεύει τα πράγματα είναι ότι σε συνειδητό επίπεδο υπάρχει σχεδόν πάντα η αγνή επιθυμία του ενήλικα να γίνει κάτι καλό για το παιδί. Ο τρόπος που επιβάλλεται είναι αρνητικός και συχνά στρέφεται ενάντια σε μας και στα παιδιά μας.

Όποιος έχει να κάνει με παιδιά, συναντά τουλάχιστον δυο παιδιά: 1) το παιδί μπροστά του και 2) το παιδί μέσα του. Όσο πιο έντονα ζει το παιδί μέσα του, τόσο προσπαθεί να προφυλάξει το παιδί μπροστά του από τον πόνο, τη λύπη, το φόβο που βίωσε ο ίδιος σαν παιδί και τόσο περισσότερο συμβάλλει στη μετάδοση φόβων και ανασφαλειών. Ο γονιός όσο αποδεχτεί απόλυτα τη δική του παιδική ηλικία με αρνητικά και θετικά, με νοσταλγία ή πόνο, τόσο πιο ικανό καθιστά το παιδί να συμφιλιώνεται με συναισθήματά του.


Προσαρμοσμένο από το βιβλίο:
Marcoli, Α. (2001), ‘Ο θυμός των παιδιών. Παραμύθια για την κατανόηση της παιδικής συμπεριφοράς’ (μετάφραση: Μελής Μελετιάδης). Εκδόσεις: University Studio Press
 

Δημοσιεύτηκε στο http://www.dromostherapeia.gr
στις 15 Ιουλίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου